🇬🇧 en el 🇬🇷
particle physics noun |
|
|---|---|
|
σωματιδιακή φυσική, φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων |
Wiktionary Links
- English: particle physics
particle physics noun |
|
|---|---|
|
σωματιδιακή φυσική, φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων |